Ελλιπής η προσπάθεια της Επιτροπής να αντιμετωπίσει την κλιματική κρίση σαν έκτακτη ανάγκη στο δρόμο για το 2040

Δημοσιεύτηκε στις February, 07 2024

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε στις 6 Φεβρουαρίου την εκτίμηση των επιπτώσεων και την επικοινωνία της σχετικά με τους κλιματικούς στόχους για το 2040, σε συνδυασμό με τη Στρατηγική Διαχείρισης Βιομηχανικών Εκπομπών (ICMS).

Και τα δύο είναι κρίσιμα για την προώθηση της κλιματικής ουδετερότητας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δυστυχώς όμως, η Επιτροπή απέρριψε την επιλογή επίτευξης κλιματικής ουδετερότητας έως το 2040, βασιζόμενη υπερβολικά σε υποθετικές λύσεις για την αντιμετώπιση όλων των βιομηχανικών εκπομπών.

Με την αξιολόγηση των επιπτώσεων των κλιματικών στόχων για το 2040, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλυσε τα διάφορα σενάρια της Ένωσης προς την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας. Γενικά, η Επιτροπή διερεύνησε τρεις επιλογές για τη μείωση των εκπομπών, όλες μεταξύ -75% και -95%. Ως WWF λυπούμαστε που η αξιολόγηση δεν εξέτασε μέτρα ανάλογα με την έκτακτη ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης και συνεπώς, τη δυνατότητα επίτευξης της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2040. Αυτό θα μας επέτρεπε να ευθυγραμμιστούμε με την έκκληση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρρες προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες μηδενικών καθαρών εκπομπών μέχρι εκείνη την ημερομηνία.

Η αξιολόγηση των επιπτώσεων είναι πολύ σαφής: για να περιοριστεί η παγκόσμια υπερθέρμανση στον 1,5°C, πρέπει να επιτευχθεί κλιματική ουδετερότητα το αργότερο μέχρι το 2050 σε παγκόσμιο επίπεδο. Λαμβάνοντας υπόψη την ευθύνη της ΕΕ για τις ιστορικές εκπομπές, θα ήταν πιο δίκαιο να στοχεύουμε σε μηδενικές καθαρές εκπομπές μέχρι το 2040.

"Είναι πολύ απογοητευτικό να βλέπουμε πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν εξέτασε καν τη δυνατότητα επίτευξης κλιματικής ουδετερότητας έως το 2040, και επομένως φαίνεται ότι απομακρύνεται από τη Συμφωνία του Παρισιού. Έχουμε δει από τις πρόσφατες κρίσεις στον τομέα της υγείας και της ενεργειακής ασφάλειας το τι μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις όταν αποφασίζουν να δράσουν. Θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε την κλιματική κρίση ως έκτακτη και υπαρξιακή κρίση, όπως και είναι. Η ΕΕ ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την τρέχουσα κατάσταση, οπότε δεν μπορεί να μεταθέτει αλλού το πρόβλημα", δήλωσε ο Michael Sicaud-Clyet, υπεύθυνος πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια στο γραφείο Ευρωπαϊκής Πολιτικής του WWF.


Η φύση είναι ο καλύτερος σύμμαχος του κλίματος

Ως μέρος του προτεινόμενου στόχου μείωσης εκπομπών κατά 90% το 2040, η Επιτροπή επισημαίνει πώς όλοι οι τομείς της οικονομίας θα πρέπει να συμβάλουν στις προσπάθειες για τη μείωση των εκπομπών. Αν επικεντρωθούμε σε αυτό, είναι σαφές ότι δεν σχεδιάζεται επαρκής δράση στον τομέα χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοπονίας (LULUCF), ιδιαίτερα μέσω της αποκατάστασης και προστασίας των φυσικών οικοσυστημάτων.

Στην ανάλυσή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή  υπολογίζει απορροφήσεις διοξειδίου του άνθρακα μόνο περίπου 300 εκατομμυρίων τόνων ανά έτος για το LULUCF. Διπλασιάζοντας αυτόν τον αριθμό, η ΕΕ θα έφτανε σχεδόν στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2040. Ένας υψηλότερος στόχος για το LULUCF θα μπορούσε και θα έπρεπε να επιτευχθεί μέσω μιας άμεσης και φιλόδοξης δράσης για προστασία και αποκατάσταση της φύσης, καθώς και δραστικών αλλαγών στις γεωργικές και δασικές πρακτικές που επωφελούσαν τόσο το κλίμα όσο και τη βιοποικιλότητα. Η ανάλυση είναι σαφής: όλοι οι τομείς, συμπεριλαμβανομένης της γεωργίας, θα πρέπει να μειώσουν σημαντικά τις εκπομπές τους, ενώ παράλληλα χρειαζόμαστε μια μεγάλη αλλαγή προς πιο βιώσιμες διατροφικές συνήθειες με χαμηλότερα επίπεδα κατανάλωσης κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων. 

“Η αποκατάσταση και προστασία της φύσης πηγαίνει χέρι χέρι με τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Διπλασιάζοντας τον στόχο του LULUCF που σχεδιάζεται από την Επιτροπή και μειώνοντας τις εκπομπές πολύ πιο γρήγορα, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της γεωργίας, θα μπορούσαμε να επιτύχουμε την κλιματική ουδετερότητα έως το 2040, συμβάλοντας στην αντιμετώπιση της κρίσης της βιοποικιλότητας και της ενίσχυσης της ανθεκτικότητάς μας απέναντι στις πλημμύρες και τις ξηρασίες," δήλωσε ο Michael Sicaud-Clyet, υπεύθυνος πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια στο γραφείο Ευρωπαϊκής Πολιτικής του WWF.

Το WWF καταδικάζει επίσης το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να καταργήσει μόνο τις "ανεπαρκείς επιδοτήσεις για ορυκτά καύσιμα που δεν αντιμετωπίζουν την ενεργειακή φτώχεια ή τη δίκαιη μετάβαση". Θα έπρεπε όμως να καταργηθούν όλες οι επιδοτήσεις για ορυκτά καύσιμα αμέσως. Αντίστοιχα το ενισχυμένο πλαίσιο πολιτικής για τη δίκαιη μετάβαση, σε συνδυασμό με κατάλληλα κοινωνικά μέτρα πολιτικής, θα έπρεπε να διασφαλίζει την προστασίας όλης της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής φτώχειας και των ευκαιριών για τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα.

Η Στρατηγική Διαχείρισης Βιομηχανικών Εκπομπών: βασιζόμενη στο παραμύθι της τεχνολογίας

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε (6 Φεβρουαρίου) επίσης την αναμενόμενη εδώ και καιρό τη Στρατηγική Διαχείρισης Βιομηχανικών Εκπομπών, η οποία περιγράφει πώς προτίθεται η ΕΕ να αντιμετωπίσει τις βιομηχανικές εκπομπές με κλιμάκωση της τεχνολογίας δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS), καθώς και πώς οι τεχνολογίες αφαίρεσης άνθρακα από την ατμόσφαιρα (carbon removal technologies) μπορούν να ενισχυθούν, με στόχο την αφαίρεση 280 εκατομμυρίων τόνων άνθρακα έως το 2040.

Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχασε την ευκαιρία να παρουσιάσει ένα σαφές σχέδιο δράσης για το πώς θα αντιμετωπιστούν οι βιομηχανικές εκπομπές. Δεν καθορίζει ποιοι βιομηχανικοί τομείς καθορίζονται ως "δύσκολοι στη μείωση εκπομπών" και συνεπώς δίνεται προτεραιότητα στη χρήση της CCS. Η προτεραιότητα θα έπρεπε να δοθεί στη μείωση των εκπομπών από την πηγή και την εξέταση των διαθέσιμων εναλλακτικών λύσεων για την αντιμετώπιση των βιομηχανικών εκπομπών και όχι σε υποτιθέμενες μελλοντικές τεχνικές λύσεις που ενδέχεται να είναι παραμύθια, ή που θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στη φύση, συμπεριλαμβανομένων των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. 

"Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέτυχε να αναγνωρίσει ότι η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (CCS) παραμένει μη αποδεδειγμένη σε μεγάλη κλίμακα και δεν είναι η μαγική λύση που μπορεί να αντιμετωπίσει τις βιομηχανικές εκπομπές της ΕΕ. Η CCS είναι μια δαπανηρή τεχνολογία, με τεράστιες ανάγκες υποδομής και σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την κλίμακα αποθηκών άνθρακα. Θα έπρεπε να περιορίζεται αυστηρά στις αναπόφευκτες εκπομπές από τις βιομηχανικές δραστηριότητες τομέων που δεν έχουν εναλλακτικές επιλογές για πλήρη απανθρακοποίηση, όπως ο τομέας του τσιμέντου," δήλωσε η Camille Maury, υπεύθυνη πολιτικής για την απανθρακοποίηση του τομέα της βιομηχανίας στο γραφείο Ευρωπαϊκής Πολιτικής του WWF.

"Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι πως η Στρατηγική Διαχείρισης Βιομηχανικών Εκπομπών προβλέπει ότι θα υπάρχει CCS για εκπομπές ορυκτών καυσίμων στον τομέα της ενέργειας μέχρι το 2050 - ένας τομέας όπου είναι διαθέσιμες σαφώς φθηνότερες και πιο καθαρές εναλλακτικές και πρέπει να προβεί σε απανθρακοποίηση πολύ πριν από αυτήν την ημερομηνία. Η ΕΕ έδωσε μεγάλο έμφαση σε αυτό κατά τη διάρκεια της COP28, με τον Επίτροπο Hoesktra να δηλώνει ότι “δεν μπορούμε να βασιστούμε στη CCS να μας λύσει το πρόβλημα”. Η τελευταία αυτή στρατηγική ανακρούει αυτήν τη θέση, και θα έπρεπε να γίνει πολύ πιο σαφές ότι η CCS δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για τη συνεχιζόμενη χρήση ορυκτών καυσίμων."

© Matthias Heyde