ΓΥΠΕΣ

Έχοντας ως γερό θεμέλιο τη συνεχή παρουσία μας στη Δαδιά για περισσότερα από 20 χρόνια, διευρύνουμε το φάσμα της δουλειάς μας για τα αρπακτικά της περιοχής. Πέρα από τον μαυρόγυπα, για τον οποίο η Δαδιά αποτελεί τον τελευταίο χώρο αναπαραγωγής στα Βαλκάνια, η προσοχή μας στρέφεται στον παγκόσμια απειλούμενο ασπροπάρη, ο οποίος χρησιμοποιεί τη Δαδιά ως το καλοκαιρινό του καταφύγιο, έχοντας ταξιδέψει από την Αφρική, όπου και ξεχειμωνιάζει.

ΜΑΥΡΟΓΥΠΑΣ

Παρότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο πληθυσμός του άκμαζε στη χώρα, η συρρίκνωση που ακολούθησε ήταν δραματική, με αποτέλεσμα τη δεκαετία του 1980 να αναπαράγεται σε δύο μόνο συγκεκριμένες περιοχές: στον Όλυμπο και στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου στον Έβρο. Σήμερα, το Εθνικό Πάρκο Δαδιάς φιλοξενεί το μοναδικό αναπαραγόμενο πληθυσμό μαυρόγυπα σε ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο.

Σε αυτήν την οικολογικά ευαίσθητη περιοχή, η οργάνωσή μας ανέπτυξε δράση ήδη από το 1980, ενώ η μόνιμη επιστημονική ομάδα μας εγκαταστάθηκε εκεί το 1992. Αποτέλεσμα; Η αύξηση του πληθυσμού του μαυρόγυπα από 16 ζευγάρια και 55 άτομα το 1992 σε 28 ζευγάρια και 90-100 άτομα τη τελευταία πενταετία, αύξηση που οφείλεται στη δράση μας σε συνέργεια με τους αρμόδιους τοπικούς φορείς, Δασαρχείο Σουφλίου, Δήμο Σουφλίου, Περιφερειακή Ενότητα Έβρου και Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου

Η ζωή ενός μαυρόγυπα…

Ο μαυρόγυπας (Aegypius monachus) αποτελεί ένα από τα απειλούμενα είδη της ελληνικής πανίδας, καθότι σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας (2009) θεωρείται «κινδυνεύον». Από τις αρχές Ιανουαρίου, τα ζευγάρια ξεκινούν τις αναπαραγωγικές τους επιδείξεις και χτίζουν μαζί τη φωλιά τους στις κορυφές των πεύκων που μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 2 μέτρα σε διάμετρο και ένα μέτρο σε ύψος. Μοιράζονται την «ευθύνη» ανατροφής του νεοσσού, επωάζοντας το μοναδικό αυγό τους για 50-55 μέρες, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου. Η άφιξη του νέου μέλους της οικογένειας, φέρνει ευθύνες για τους γονείς που ταΐζουν το μικρό από τον Μάιο και για 3,5 περίπου μήνες ώσπου να πετάξει από τη φωλιά του, ενώ θα ενηλικιωθεί και θα «ανοίξει τις φτερούγες» του για αναπαραγωγή όταν φτάσει τα 5 με 6 χρόνια. Ως τότε ταξιδεύει στις γύρω περιοχές μαθαίνοντας τις τροφικές πηγές που εκτείνονται και πέρα από τα σύνορα του Εθνικού Πάρκου δάσους Δαδιάς ως τον Νέστο και τη γειτονική μας Βουλγαρία.

Η ζωή που απειλείται…

Μια από τις βασικότερες απειλές για τη ζωή του μαυρόγυπα αλλά και των υπολοίπων αρπακτικών πουλιών της περιοχής είναι τα δηλητηριασμένα δολώματα που χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα για την καταπολέμηση των μεγάλων και μικρών σαρκοφάγων ζώων, όπως οι λύκοι, τα τσακάλια, οι αλεπούδες, τα κουνάβια και οι ασβοί, πουλιά όπως ιδιαίτερα τα κορακοειδή, είδη δηλαδή της άγριας πανίδας που στο παρελθόν διώκονταν ως ζώα «επιβλαβή» για την αγροτική παραγωγή.

Ένας ακόμη παράγοντας που οδήγησε στη μείωση των πληθυσμών του μαυρόγυπα στην ελληνική ύπαιθρο ήταν η έλλειψη τροφής λόγω της αλλαγής των πρακτικών κτηνοτροφίας, από ζώα ελεύθερης βοσκής σε σταυλισμένα ζώα. Πέραν όμως των παραπάνω, η κατασκευή αιολικών πάρκων σε περιοχές αναζήτησης τροφής αποτελεί άλλον έναν, καινούριο αλλά δυστυχώς αποδεδειγμένο λόγο απώλειας μαυρόγυπων λόγω πρόσκρουσης στις ανεμογεννήτριες, ενώ η ηλεκτροπληξία σε μέσης τάσης γραμμές ηλεκτρικού ρεύματος έχει επίσης πιστοποιηθεί.

Η ζωή που προστατεύουμε…

Η δράση μας στην περιοχή έχει ήδη συμβάλει στη σημαντική αύξηση του πληθυσμού των μαυρόγυπων και η μόνιμη επιστημονική ομάδα του WWF Ελλάς είναι παρούσα στην προστασία του είδους σε κάθε επίπεδο.

Παρακολουθούμε την αναπαραγωγική επιτυχία και τις δραστηριότητες του μοναδικού αυτού αρπακτικού από το 1994, ενώ έχουμε εφαρμόσει πρόγραμμα δακτυλίωσης και συστήματα ραδιο-τηλεμετρίας και δορυφορικής τηλεμετρίας για την παρακολούθηση του πληθυσμού και των μετακινήσεων του μαυρόγυπα με σκοπό τα αποτελέσματα να συμβάλουν στη λήψη των ορθών διαχειριστικών αποφάσεων για την περιοχή. 

Η Δώρα Σκαρτσή, τετ-α-τετ με τον Ιάσονα, το μαυρόγυπα που δακτυλιώσαμε το φθινόπωρο του 2013.

© A. Bonetti / WWF Έλλας

Η συμπληρωματική τροφοδοσία που επί 25 χρόνια εφαρμόζεται στο δάσος Δαδιάς από την Περιφερειακή Ενότητα Έβρου, έχει σαφώς ωφελήσει τη διατήρηση του μεμονωμένου αυτού πληθυσμού των Βαλκανίων. Με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουμε στην επιβίωση των νεαρών πουλιών που βρίσκουν ασφαλή τροφή τους πρώτους μήνες της ζωής τους αφότου πετάξουν από τη φωλιά τους, αλλά και στη συμπληρωματική τροφή όλου του πληθυσμού τους δύσκολους μήνες του χειμώνα που μειώνονται οι τροφικές πηγές, γεγονός που προκύπτει από τα μακρόχρονα στοιχεία που συλλέγουμε από την καταμέτρηση των γυπών στον χώρο τροφοδοσίας της Δαδιάς.

Σε συνεργασία με Βούλγαρους ομολόγους μας πραγματοποιούμε δράσεις κοινής παρακολούθησης και συνεργαζόμαστε σε δράσεις ανταλλαγής εμπειρίας και τεχνογνωσίας.

ΑΣΠΡΟΠΑΡΗΣ

Η ζωή ενός ασπροπάρη…

Βενιαμίν μεταξύ των τεσσάρων ειδών ευρωπαϊκών γυπών, ο ασπροπάρης είναι ένας μοναδικός ταξιδιώτης που περιδιαβαίνει τους ουρανούς της Μεσογείου και της Αφρικής. Ως μεταναστευτικό είδος, επιλέγει τα μέρη μας για να διαιωνίσει το είδος του και την Αφρική για να ξεχειμωνιάσει σε πιο ζεστό κλίμα. Στα Βαλκάνια συναντάμε έναν σημαντικό πληθυσμό του και η Δαδιά, όπως και η ευρύτερη περιοχή της Θράκης, αποδεικνύονται για ακόμη μια φορά ένα ιδιαίτερα φιλόξενο μέρος για τους γύπες της Ευρώπης.

Ειδικότερα οι ασπροπάρηδες του βαλκανικού πληθυσμού που φωλιάζουν σε Ελλάδα, Βουλγαρία, FYROM και Αλβανία κινούνται μέσω Τουρκίας, Συρίας, Λιβάνου, Ισραήλ, Αιγύπτου και καταλήγουν κυρίως στο Τσαντ ή στο Σουδάν της Αφρικής ή διασχίζουν την Ελλάδα και τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κρήτης και Αφρικής για να φτάσουν στον προορισμό τους.

Για τον ασπροπάρη η οικογένεια είναι πάνω από όλα…! Γεννά 1 με 3 αυγά και την φροντίδα τους αναλαμβάνουν ισότιμα και οι δύο γονείς. Η τροφή του δεν διαφέρει πολύ από τους υπόλοιπους γύπες, παρότι δείχνει μία διάθεση να εμπλουτίζει τη διατροφή του με σκαντζόχοιρους, χελώνες, σαύρες και έντομα. Οι κοιλότητες βράχων κοντά σε περιοχές με έντονη κτηνοτροφία είναι το αγαπημένο του «στέκι» για να φωλιάσει.

Η ζωή που απειλείται…

Ο μοναδικός αυτός γύπας είναι πλέον παγκόσμια κινδυνεύον είδος, καθώς η μείωση του πληθυσμού του είναι από τις πιο ραγδαίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα τελευταία τριάντα χρόνια έχουν χαθεί οι μισοί ασπροπάρηδες της Ευρώπης. Στην Ελλάδα θεωρείται είδος κρισίμως κινδυνεύον καθώς από τα 70 ζευγάρια το 2000, μόλις 15 ζευγάρια καταγράφηκαν το 2012 σε δυο κυρίως περιοχές: τη Θράκη και τα Μετέωρα. Το δάσος Δαδιάς κρατάει και πάλι την πρωτιά, έχοντας διατηρήσει 5 ζευγάρια, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι οι δράσεις προστασίας είχαν θετικό αποτέλεσμα σε ένα είδος που ο πληθυσμός του καταρρέει χρόνο με τον χρόνο σε όλη την Ελλάδα.

Κύριες αιτίες απώλειας στην Ελλάδα είναι η δηλητηρίαση από την κατανάλωση δηλητηριασμένων ζώων, η ηλεκτροπληξία, η ενόχληση στους χώρους φωλιάσματος και η μείωση της διαθέσιμης τροφής κυρίως μετά από το κλείσιμο των περισσότερων σκουπιδότοπων στην Ελλάδα, την παύση της ελεύθερης απόθεσης υπολειμμάτων σφαγείων και τη διαχείρισή τους μέσω της αδρανοποίησής τους.

Η ζωή που προστατεύουμε…

Η μείωση του βαλκανικού πληθυσμού αποτέλεσε και το έναυσμα για την υλοποίηση ενός διακρατικού προγράμματος μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση (LIFE Nature NAT/BG/000152) και συγχρηματοδότηση από το Ίδρυμα Λεβέντη. To WWF Ελλάς συμμετέχει στο πρόγραμμα αυτό με περιοχή έρευνας και προστασίας που εκτείνεται από το δάσος Δαδιάς ως τον Κομψάτο, περιλαμβάνοντας και την υπόλοιπη ορεινή περιοχή των νομών Έβρου και Ροδόπης.

H Έλα Κρετ, ερευνήτριά μας στη Δαδιά σε επικίνδυνη αποστολή δίπλα σε μια φωλιά Ασπροπάρη.

© A. Bonetti / WWF Έλλας

Μέσα από το συγκεκριμένο πρόγραμμα, το οποίο μας οδηγεί καθημερινά σε νέα γνώση αλλά και σημαντικά αποτελέσματα προστασίας, καταγράφουμε τις μεταναστευτικές διαδρομές του είδους και διαμορφώνουμε σαφέστερη εικόνα για τις απειλές ανά χώρα. Αντίστοιχα, στις περιοχές αναπαραγωγής όπως η Δαδιά, επικεντρωνόμαστε στις δράσεις προστασίας αλλά και στην απαραίτητη ευαισθητοποίηση των τοπικών κοινωνιών, προκειμένου να αντιληφθούν ότι η προστασία του είδους μας ωφελεί όλους.

 Η φύλαξη των ελάχιστων φωλιών, η συμπληρωματική τροφοδοσία, η μόνωση πυλώνων ηλεκτρικού ρεύματος, η αντιμετώπιση του προβλήματος των δηλητηριασμένων δολωμάτων και η ευρεία ενημέρωση των κατοίκων είναι οι δράσεις με τις οποίες προσπαθούμε να διατηρήσουμε τα υπάρχοντα ζευγάρια και να τους επιτρέψουμε να αυξηθούν σε αριθμό τέτοιο που θα αντιστρέψει την πορεία κατάρρευσης του είδους.

Όταν η χώρα μας είναι μία τόσο φιλόξενη γωνιά του πλανήτη για τη διαιώνιση μοναδικών ειδών, όπως ο ασπροπάρης, μπορούμε εμείς να είμαστε αφιλόξενοι ή να μένουμε απραγείς;


Μοιράσου το με φίλους