Πρώτα η οικονομική ανάκαμψη, μετά η κλιματική αλλαγή

Η κλιματική αλλαγή απαιτεί δραστικά και πολλές φορές δαπανηρά μέτρα αντιμετώπισης. Έχουν τη δυνατότητα, όμως, χώρες που βρίσκονται στη δίνη μιας οικονομικής κρίσης να εφαρμόσουν τις απαιτούμενες πολιτικές; Ή μήπως ο επείγον χαρακτήρας της οικονομικής κρίσης δεν επιτρέπει ‘λοξοδρομήσεις’;

Το ενεργειακό μοντέλο το οποίο ακολουθούν πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αποδεικνύεται πλέον εξαιρετικά δαπανηρό από μόνο του- χωρίς δηλαδή να προσμετρήσει κανείς τον παράγοντα της κλιματικής αλλαγής. Για παράδειγμα, το εξωτερικό κόστος από την καύση λιγνίτη στην Ελλάδα εκτιμάται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος μεταξύ €2,33-3,91 δις. Η δαπάνη αυτή επιμερίζεται στο κοινωνικό σύνολο ώστε να αμβλυνθούν οι αρνητικές επιπτώσεις σε τομείς όπως η υγεία και το φυσικό περιβάλλον. Επιπλέον, οι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται σήμερα, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, και φαίνονται οικονομικά συμφέρουσες ενδέχεται να επιφέρουν τεράστιο κόστος στις επόμενες γενιές. Η νέα μονάδα που προγραμματίζει η ΔΕΗ, Πτολεμαΐδα V, με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, αναμένεται να επιβαρυνθεί με ένα ποσό της τάξης των 100-140 εκ. € ετησίως, μόνο για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών. Το ποσό αυτό θα κληθούν να επωμισθούν οι καταναλωτές, οικιακοί, εμπορικοί, αγροτικοί και βιομηχανικοί. Το πιο ενδιαφέρον είναι πως οι εναλλακτικές λύσεις στο ρυπογόνο ελληνικό σύστημα ηλεκτροπαραγωγής μπορεί να αποδειχθούν όχι μόνο λιγότερο επιβαρυντικές προς το περιβάλλον, αλλά και πιο οικονομικές.

Το μελλοντικό κόστος των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής εκτιμάται πως ισούται με την απώλεια τουλάχιστον 5% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ετησίως, μέγεθος πολύ μικρότερο από το 1% του παγκόσμιου ΑΕΠ που απαιτείται για τον δραστικό περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η εκτίμηση αυτή ενδέχεται να είναι και συντηρητική, όπως έδειξε μελέτη του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ, σύμφωνα με το οποίο μόνο οι αναπτυσσόμενες χώρες θα κληθούν να δαπανήσουν από $250 δις έως $1 τρις, ετησίως και έως το 2050, για την ανάπτυξη μηχανισμών προστασίας από πλημμύρες, προσαρμογή των αγροτικών καλλιεργειών κλπ.

Στην Ελλάδα η οικονομική αποτίμηση των ζημιών κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα που έκανε η Τράπεζα της Ελλάδος κατέληξε σε ένα ποσό περίπου €700 δις, ποσό υπερδιπλάσιο του εθνικού μας χρέους το 2009. Από την άλλη, η έγκαιρη λήψη μέτρων μπορεί να περιορίσει αυτό το κόστος στα €400 δις.

Είναι σαφές, λοιπόν, πως όσο καθυστερεί η λήψη αποφάσεων μείωσης του παγκόσμιου ανθρακικού αποτυπώματος, τόσο θα μεγαλώνει το κόστος μετριασμού των επιπτώσεων.

Διαβάστε περισσότερα: