Το κάρβουνο είναι φτηνό

Γιατί δε συνεχίζουμε να το καίμε βελτιώνοντας απλά τις τεχνολογίες;

Το κάρβουνο (λιγνίτης και λιθάνθρακας κυρίως) έχει τις σημαντικότερες επιπτώσεις στο κλίμα καθώς η καύση του απελευθερώνει στην ατμόσφαιρα πολύ περισσότερα αέρια φαινομένου θερμοκηπίου (ΑΦΘ) ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας από οποιοδήποτε άλλο καύσιμο. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, έγκριτοι επιστήμονες προειδοποιούν ότι το 89% των γνωστών αποθεμάτων κάρβουνου πρέπει να παραμείνουν στη γη αν θέλουμε να αποφύγουμε τις καταστροφικές συνέπειες από την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη μεγαλύτερη των 2oC [1]. Στη χώρα μας η χρήση του λιγνίτη για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι υπεύθυνη για παραπάνω από το ένα τρίτο των συνολικών εκπομπών ΑΦΘ, το 2ο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 μετά τη Βουλγαρία [2].

Παρόλα αυτά υπάρχουν πολλοί ακόμα που πιστεύουν ότι μπορούμε να συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι το κάρβουνο είναι και θα παραμείνει η φθηνότερη τεχνολογία ηλεκτροπαραγωγής.

Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από τη πραγματικότητα. Κατ’αρχάς οι πρόσφατες εξελίξεις στην παγκόσμια κλιματική πολιτική έχουν προκαλέσει έναν ντόμινο από-επένδυσης από το κάρβουνο. Τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που μέχρι πρότινος αποτελούσαν πιστούς υποστηρικτές του, απομακρύνονται το ένα μετά το άλλο από τη χρηματοδότηση νέων ατμοηλεκτρικών σταθμών που βασίζονται σε λιγνίτη και λιθάνθρακα. Υπάρχει επίσης πλήθος εκθέσεων που δείχνουν ότι ήδη οι πιο ώριμες τεχνολογίες αξιοποίησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (αιολικά και φωτοβολταϊκά) ανταγωνίζονται ευθέως τις συμβατικές μονάδες στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής [3]. Επιπλέον, ο μύθος του «φθηνού» λιγνίτη έχει δεχτεί αλλεπάλληλα χτυπήματα τα τελευταία χρόνια από επιστημονικές μελέτες που δείχνουν ότι το τίμημα της καύσης κάρβουνου για τη δημόσια υγεία που επιβαρύνει τελικά τους φορολογούμενους πολίτες, δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο [4].   

Επίσης, πολύ πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε δραστικές αλλαγές στο  Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών [5], πράγμα που προβλέπεται να εκτοξεύσει τις τιμές των δικαιωμάτων CO2 από τα 7,5 ευρώ/τόνο σήμερα στα 30 ευρώ/τόνο κάπου μεταξύ 2025 και 2030, όπως προβλέπεται από πλήθος αναλύσεων [6]. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις εκπομπές των υπόλοιπων αερίων ρύπων που προκύπτουν από την καύση του λιγνίτη και του λιθάνθρακα (οξείδια του αζώτου, διοξείδιο του θείου, σωματίδια, υδράργυρος κλπ) αυστηροποιείται μέσα από τη λεγόμενη «διαδικασία της Σεβίλλης» [7], γεγονός που θα αναγκάσει τις εταιρίες να προβούν σε πολύ ακριβές αναβαθμίσεις των ατμοηλεκτρικών σταθμών τους προκειμένου να περιορίσουν τις εκπομπές αερίων ρύπων στα νόμιμα όρια.

Όλα αυτές οι αλλαγές ήρθαν για να μείνουν και σημαίνουν επιπλέον χρήματα που θα επιβαρύνουν το κόστος ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη και λιθάνθρακα πλήττοντας καθοριστικά την ανταγωνιστικότητά τους σε σχέση με τις ώριμες τεχνολογίες ΑΠΕ.

Η τελευταία ελπίδα των υποστηρικτών του κάρβουνου είναι η τεχνολογία αποθήκευσης άνθρακα (Carbon Capture and Storage –CCS-). Πρόκειται όμως για μια τεχνολογία που παρουσιάζει τεράστιες οικονομοτεχνικές δυσκολίες, ενδεικτικό των οποίων είναι η πρόσφατη απόφαση 4 ενεργειακών κολοσσών (Vattenfall, RWE, EDF και Gas Natural Fenosa) να εγκαταλείψουν το συμβουλευτικό σώμα της ΕΕ για το CCS-Zero Emission Platform, με το επιχείρημα πως η τεχνολογία είναι εξαιρετικά ακριβή [8]. Χαρακτηριστικό επίσης είναι το γεγονός ότι στην Ευρώπη υπάρχει μόνο μια τέτοια μονάδα εγκατεστημένη στην Νορβηγία παρά το ότι η συζήτηση για την τεχνολογία δέσμευσης άνθρακα έχει ξεκινήσει στην πράξη εδώ και 25 χρόνια. Επιπλέον, η πρώτη οικονομική ανάλυση για το σύστημα δέσμευσης άνθρακα στο Boundary Dam του Καναδά τον Μάρτιο του 2015 δείχνει ότι αυτό δημιούργησε ζημιές της τάξης του 1 δις δολαρίων, που επιβαρύνουν τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας [9]. Τέλος, στα καθ ημάς και στο πλαίσιο της αδειοδοτικής διαδικασίας για τη σχεδιαζόμενη λιγνιτική μονάδα «Πτολεμαΐδα V » η ΔΕΗ κατέθεσε σχετική μελέτη για εφαρμογή της τεχνολογίας αποθήκευσης άνθρακα, η οποία όμως καταλήγει στο συμπέρασμα πως το εγχείρημα δεν είναι οικονομικά ελκυστικό.

Διαβάστε περισσότερα:

  1. McGlade, C. and Ekins P. Nature, vol. 187, p187-190, 8 Jan. 2015. “The geographical distribution of fossil fuels unused when limiting global warming to 2oC”, http://goo.gl/ajmRco
  2. http://coalmap.eu 
  3. Fraunhofer Institut for Solar Energy Systems ISE. November 2013. “Levelised Cost of Electricity, Renewable Energy Technologies”, https://goo.gl/rphihG
  4. HEAL. March 2013. “The Unpaid Health Bill. How coal power plants make us sick”, http://goo.gl/Nt8ZrB
  5. Press Release, European Parliament, 6.05.2015. “ETS market stability reserve: MEPs strike deal with Council”, http://goo.gl/nLNZ4O
  6. Thompson Reuters. 15.7.2015 “Reviewing Europe’s carbon market: fight for free allocation, slightly higher priceshttp://goo.gl/tNxnfs
  7. http://eippcb.jrc.ec.europa.eu/about/more_information.html
  8. Reuters. 19.1.2015. “Four European utilities drop EU CCS technology project”, http://goo.gl/7JksLJ 
  9. James Glennie, “Analysis of the cash and carbon flows of the Boundary Dam coal-fired power station, Saskatchewan, Canada. World’s first post-combustion carbon capture and enhanced oil recovery project”, March 2015 http://goo.gl/HiwkbV