Ο περιορισμός της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από τους 2ο C, έχει αναγνωριστεί από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας αλλά και από τα κράτη μέλη του ΟΗΕ ως απαραίτητη προϋπόθεση για να αποφύγουμε τις χειρότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Για να επιτευχθεί αυτό οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου πρέπει να μειωθούν κατά τουλάχιστον 80% έως το 2050, σε σχέση με τα επίπεδα του έτους βάσης 1990. Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, οι οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες πρέπει να προβούν σε μείωση των εκπομπών τους κατά 40% έως το 2020, σε σχέση με το έτος βάσης 1990.
Αυτοί οι στόχοι πρέπει να αποτελέσουν το βασικό περιεχόμενο της νέας συμφωνίας για το κλίμα στην Κοπεγχάγη. Οτιδήποτε λιγότερο θα αυξήσει υπέρμετρα το ρίσκο της καταστροφικής έκθεσης των ανθρώπων και των οικοσυστήματων σε μη αναστρέψιμες αλλαγές του κλίματος.
Άλλα βασικά στοιχεία που θα πιστοποιήσουν την ύπαρξη ή μη μιας καλής συμφωνίας είναι η νομική κατοχύρωση των δεσμεύσεων και η θέσπιση ενός μηχανισμού συμμόρφωσης, η επιβολή στόχων μείωσης των εκπομπών στην αεροπορία και τη ναυσιπλοΐα, η δέσμευση για παροχή τουλάχιστον €110 δις ετησίως από τις ανεπτυγμένες χώρες προς τις αναπτυσσόμενες προκειμένου να προβούν σε ενέργειες προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και ο ορισμός στόχου για την παύση της αποψίλωσης των δασών, ιδίως στους τροπικούς.
Παρότι το τοπίο στις διαπραγματεύσεις παραμένει ομιχλώδες, έχουμε ακόμα το δικαίωμα να παραμένουμε αισιόδοξοι γιατί γνωρίζουμε και συνεχώς αποδεικνύεται ότι η αποτροπή της κλιματικής αλλαγής είναι η μόνη βιώσιμη λύση για το περιβάλλον, την οικονομία και την ανθρωπότητα. Εξάλλου, μια καλή συμφωνία, σύμφωνα με πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία του ΟΗΕ, δεν θα στοιχίσει πάνω από το 0,1-0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ ετησίως την περίοδο 2012-2050. Την ίδια περίοδο εκτιμάται ότι το παγκόσμιο ΑΠΕ θα αυξηθεί πάνω από 250%.