Καθώς παλεύουμε να ξεπεράσουμε τα οικονομικά και κοινωνικά τραύματα της κρίσης, πολλοί πιστεύουν ότι οι εξορύξεις πετρελαίου συνιστούν τη μαγική λύση για το αναπτυξιακό πρόβλημα της χωράς μας. Για τους υποστηρικτές των εξορύξεων, οι πετρελαϊκές επενδύσεις θα αποφέρουν τεράστια έσοδα και θέσεις εργασίας εσωτερικά, αναβαθμίζοντας επίσης το διεθνές προφίλ της χωράς μας, με αποτέλεσμα η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων να αποτελεί «πατριωτικό μας καθήκον», όπως για παράδειγμα υποστήριξε πολύ πρόσφατα σε άρθρο του  ο πρώην Υπουργός Γιάννης Μανιάτης. 

Ισχύουν όμως πράγματι αυτές οι παραδοχές; Πώς οι εξορύξεις πετρελαίου και φυσικού αερίου συμβάλλουν στο «καλό» της πατρίδας μας;

Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση πρέπει καταρχάς να ορίσουμε τι σημαίνει «πατριωτικό» από οικονομικής σκοπιάς.

Πρώτον, σημαίνει  ότι ως χώρα αναπτύσσουμε και επενδύουμε σε κλάδους, οι οποίοι αποδεδειγμένα δημιουργούν καθαρά έσοδα και νέες θέσεις εργασίας, μεγαλύτερης αξίας συγκριτικά με  τα κόστη και τις ενδεχόμενες απώλειες (π.χ. θέσεων εργασίας)  που προκύπτουν παράλληλα, λόγω άλλων παράπλευρων επιπτώσεων, κάτι που συστηματικά παραλείπουν να αναφέρουν οι υποστηρικτές των εξορύξεων.

Δεύτερον, σημαίνει  ότι επενδύουμε σε κλάδους του «μέλλοντος», που επιτρέπουν στη χώρα μας να αποκτήσει πολύτιμη εξειδίκευση σε δραστηριότητες με προοπτικές, οι οποίες είναι ικανές να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμα οφέλη και οι οποίες  δεν θα καταλήξουν να γίνουν ξεπερασμένες και ασύμφορες μετά από λίγα χρόνια, λόγω των διεθνών οικονομικών εξελίξεων. 

Το πρόβλημα με τις εξορύξεις υδρογονανθράκων είναι ότι δεν πληρούν καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, για τρεις τουλάχιστον λόγους που εξηγούμε παρακάτω.

Το συστηματικό «φούσκωμα» των αναμενόμενων κερδών

Κάποιοι θεωρούν αυθαίρετα ότι θα βγάλουμε 150 δις, ενώ άλλοι μιλούν για 1 τρις Ευρώ έσοδα. Επιπλέον, πρόσφατα άρθρα στον Τύπο υποστήριξαν πως το Κράτος θα λαμβάνει 200 εκατ. το χρόνο από το ομολογουμένως μικρό κοίτασμα του Δυτικού Πατραϊκού, χωρίς κανένας από τους παραπάνω – είτε είναι κρατικός φορέας, είτε ιδιώτης - να διευκρινίζει πώς προκύπτουν αυτοί οι αριθμοί.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι υποστηρικτές των εξορύξεων βασίζονται σε σαθρές οικονομικές εκτιμήσεις, παραπλανώντας συστηματικά τους πολίτες της Ελλάδας για τα αναμενόμενα κέρδη. 

Οι προσομοιώσεις που έχουμε  δουλέψει τα τελευταία χρόνια στο WWF, βασιζόμενοι σε εκτιμήσεις μελλοντικών τιμών υδρογονανθράκων και κόστους εξόρυξης του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ), δείχνουν ότι το σύνολο των οικοπέδων για τα οποία υπάρχει έστω και μικρή βεβαιότητα ύπαρξης ανακτήσιμων κοιτασμάτων δεν θα αποδίδουν στο Κράτος πάνω από 100 με 150 εκατ. Ευρώ ετησίως, συνυπολογίζοντας τα μερίσματα και το φόρο εταιρικού εισοδήματος.

Για να είναι κατανοητή η τάξη μεγέθους, τα συνολικά φορολογικά έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου είναι 40 με 45 δις Ευρώ το χρόνο, ενώ ο η φορολογική συνεισφορά του τουριστικού κλάδου είναι, σύμφωνα με τον ΣΕΤΕ, περίπου 7 δις Ευρώ τον χρόνο.

Είναι προφανές ότι τέτοια ποσά ούτε θα μας πλουτίσουν, ούτε θα μας αποδεσμεύσουν από το βραχνά του δημοσίου χρέους. Αντιθέτως, ρισκάρουμε ως χώρα πάρα πολλά, όπως τις ζωντανές θάλασσες μας, τη μοναδική ακτογραμμή μας και τον  κερδοφόρο τουρισμό μας, για πάρα πολύ λίγα.

Η αγνοία για τα οικονομικά κόστη των εξορύξεων

Πέραν της υπερεκτίμησης των εσόδων, οι υποστηρικτές των εξορύξεων και το ελληνικό Κράτος αγνοούν επίσης πλήρως το οικονομικός κόστος των εξορύξεων. Ξεχνώντας ότι σε μια χώρα που εξαρτάται κυρίως από τον τουρισμό, αλλά και από την αλιεία, τις υδατοκαλλιέργειες και τη μεταποίηση αλιευτικών προϊόντων, η εκτεταμένη ρύπανση που θα προκληθεί από τις εργασίες έρευνας και εξορύξεων ενδέχεται να αποβεί μοιραία, τόσο για τις τοπικές οικονομίες, όσο και για το εθνικό μας εισόδημα.

Πάρα τις διαβεβαιώσεις περί του αντίθετου, το ρίσκο πετρελαιοκηλίδων τόσο λόγω παραγωγής, όσο και λόγω της αύξησης των θαλάσσιων μεταφορών, είναι σημαντικό, όπως αναγνωρίζουν πλέον o OHE,  η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Αμερικανικό Κράτος.

Ποιο είναι, όμως, το οικονομικό κόστος των πετρελαιοκηλίδων; Ας στραφούμε σε 3 μόνο γνωστά παραδείγματα, μεταξύ των εκατοντάδων προηγουμένων περιστατικών:

  • Η πετρελαιοκηλίδα που προκάλεσε το ατύχημα του Erika το 1999, ρυπαίνοντας σχεδόν 400 χιλιόμετρα στη δυτική ακτογραμμή της Γαλλίας, μείωσε τις θερινές τουριστικές κρατήσεις στην περιοχή κατά 20%, με συνολικό κόστος και απώλεια εισοδήματος πάνω από 1 δις Ευρώ στις πληγείσες περιοχές.
  • Η πετρελαιοκηλίδα του Prestige το 2002, που ρύπανε 1.330 χιλιόμετρα ακτογραμμής της Βόρειας Ισπανίας, κόστισε στην ισπανική οικονομία σχεδόν 2,5 δις Ευρώ, συνυπολογίζοντας τα κόστη καθαρισμού και την απώλεια εισοδήματος του αλιευτικού και τουριστικού κλάδου. Οι τουριστικές κρατήσεις στη περιοχή μειωθήκαν κατά 13%.
  • Η πετρελαιοκηλίδα που δημιουργήθηκε από το ατύχημα στην εξέδρα πετρελαίου Deepwater Horizon το 2010 στον κόλπο του Μεξικού, δημιούργησε σωρευτικές ζημίες της τάξης των 65 δις δολαρίων (σε αναλογία το 31% της Ελληνικής οικονομίας), ενώ οι επιπτώσεις στον τουρισμό εκτιμήθηκαν σε 8 με 23 δις δολάρια.

Με βάση στοιχεία του ΣΕΤΕ, οι τουριστικές εισπράξεις της Δυτικής Ελλάδας, του Ιονίου και της Κρήτης αγγίξαν τα 5 δις Ευρώ το 2017, απασχολώντας σχεδόν 73.000 πολίτες. Οποιαδήποτε σοβαρή οικονομική εκτίμηση οφείλει να εξετάσει τι εισόδημα και πόσες χιλιάδες θέσεις εργασίας θα χάνονταν στο σενάριο αντίστοιχου ατυχήματος λόγω των εξορύξεων σε Ιόνιο και Κρήτη.

Ποιος ο λόγος να επενδύουμε σε κλάδους που σταδιακά εγκαταλείπονται παγκοσμίως;

Πρόσφατα, ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος Χανς Μπρούινιξ, αναφερόμενος στις εξορύξεις υδρογονανθράκων στη χώρα μας, δήλωσε ότι:«[…] η επένδυση σε υποδομές και εγκαταστάσεις που συνδέονται με την παραγωγή ορυκτών καυσίμων έχει πολύ υψηλό ρίσκο, καθώς έχουν περιορισμένο χρόνο ζωής, το πολύ 20-30 έτη», προσθέτοντας ότι «πολύ σύντομα οι υποδομές αυτές θα απαξιωθούν», προτρέποντας μας να μην διαθέσουμε «χρήμα, τεχνολογία, γνώση και τα μυαλά των νέων επιστημόνων» μας «σε ένα κλάδο που δεν έχει μακρόχρονη προοπτική», αλλά σε «ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για τις οποίες η Ελλάδα προσφέρεται τόσο».

Αυτές οι δηλώσεις δεν είναι τυχαίες. Τόσο στους ακαδημαϊκούς, όσο και στους επενδυτικούς κύκλους, έχει καταστεί πλέον σαφές ότι ο παγκόσμιος στόχος συγκράτησης της ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από τον 1.5oC είναι πλήρως ασύμβατος με νέες εξορύξεις υδρογονανθράκων,.

Με απλά λόγια, λόγω των πολιτικών αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, οι νέες επενδύσεις στους υδρογονάνθρακες κινδυνεύουν να εγκαταλειφθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα, προτού αποδώσουν ενδεχόμενο όφελος, αφήνοντας επενδυτές και φορολογουμένους εκτεθειμένους σε ζημίες ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως. Οι επενδυτές ήδη χρησιμοποιούν τον όρο «αχρηστευμένα  κεφάλαια» (stranded assets) για να περιγράψουν αυτή την πραγματικότητα.

Το ρίσκο για τη χώρα μας είναι σαφές, την ίδια στιγμή που τα οφέλη είναι πολύ λίγα και αβέβαια. Οι περιορισμένες θέσεις εργασίας που ενδέχεται να δημιουργηθούν, θα καταργηθούν σε λίγα μόλις χρόνια. Οι ζημίες των επενδύσεων υπολογίζεται πως θα βαρύνουν εν μέρει τις πλάτες των φορολογουμένων, ενώ την ίδια στιγμή,  θα χάσουμε πολύτιμους πόρους και χρόνο, αντί να επικεντρωθούμε στην ανάπτυξη ενεργειακών τεχνολογιών του μέλλοντος, όπως είναι οι ΑΠΕ, οι τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας και ενεργειακής αποδοτικότητας.

Συμπερασματικά, δεν υπάρχει τίποτα το «πατριωτικό» στο να τζογάρουμε το περιβάλλον, τις ακτές και τις θάλασσες μας, αυτά τα τόσο θεμελιώδη στοιχεία της ιστορικής και πολιτισμικής μας ταυτότητας.  Δεν υπάρχει τίποτα το «πατριωτικό» στο να ρισκάρουμε δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας συμπολιτών μας σε Ιόνιο και Κρήτη για πενιχρά και αμφίβολα έσοδα. Και δεν υπάρχει τίποτα το «πατριωτικό» στην ανάπτυξη κλάδων του παρελθόντος που δεν μας βοηθούν να εκσυγχρονίσουμε την οικονομία μας, κοιτώντας προς το μέλλον. 



Μοιράσου το με φίλους
 

Σχόλια