Τα πορίσματα της νέας έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (Intergovermental Panel on Climate Change - IPCC)  με τίτλο «Global warming of 1.5°C» δεν αφήνουν πλέον κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη δεν θα πρέπει να ξεπεράσει τους 1.5°C αν δεν θέλουμε οι αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής να αλλάξουν τον τρόπο ζωής μας και να πλήξουν ανεπανόρθωτα τη φύση γύρω μας. 

© Pixabay / Creative Commons

Ποιες θα είναι όμως οι επιπτώσεις για την Ελλάδα; Σύμφωνα με έγκυρες επιστημονικές δημοσιεύσεις, αν αυξηθεί η θερμοκρασία στους 1,5 βαθμούς στην περιοχή της Μεσογείου, οι δασικές εκτάσεις που θα καίγονται ετησίως θα αυξηθούν κατά 41% και στους 2 βαθμούς Κελσίου κατά 62%. Οι ακραίοι καύσωνες που κανονικά εμφανίζονται μια φορά στα είκοσι χρόνια, στο σενάριο «1.5°C» θα αυξηθούν κατά 173% και σε αυτό των 2°C  κατά 478%. Τέλος, οι ραγδαίες βροχοπτώσεις θα αυξηθούν κατά 10% στο πρώτο σενάριο και κατά 21% στο δεύτερο.

Πώς θα αναχαιτίσουμε λοιπόν αυτήν την επελαύνουσα και επώδυνη αλλαγή στις ζωές μας και στον πλανήτη μας, ειδικά αν σκεφτούμε ότι το 2017, οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αυξήθηκαν μετά από 3 χρόνια; Για την αποφυγή ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας πάνω από τους 1.5°C, σύμφωνα με το IPCC,  η παγκόσμια κατανάλωση κάρβουνου θα πρέπει να μειωθεί μεταξύ 59% και 78% ως το 2030, για το πετρέλαιο 34,3% και για το φυσικό αέριο 26,21%.

Εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και κλιματική αλλαγή

Κι όμως, τα υπάρχοντα διεθνή κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου μας οδηγούν ήδη πάνω από το ασφαλές όριο του 1.5°C. Αν συνυπολογίσουμε και τα αποθέματα σε κάρβουνο, η άνοδος της θερμοκρασίας θα ξεπεράσει τους 3°C, γεγονός το οποίο αποτελεί εφιαλτικό σενάριο για το μέλλον του πλανήτη, και φυσικά της χώρας μας. 

Τι σημαίνει αυτό για τις εξορύξεις στη χώρα μας; Είναι πολύ απλό: οποιαδήποτε περαιτέρω εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων, είτε στη χώρα μας είτε αλλού, απειλεί ευθέως όποια δράση για μετρίαση της κλιματικής αλλαγής και εν τέλει τον ίδιο τον τρόπο ζωής μας. 

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι η αναλογική συνεισφορά της χώρας μας στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι ήδη αμελητέα. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Ελλάδα την περίοδο από την έναρξη της κρίσης το 2009 μέχρι τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία το 2014, εξέπεμπε κατά μέσο όρο 7,13 τόνους CO2 ανά κάτοικο, όταν οι αντίστοιχες τιμές για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ίδια περίοδο ήταν σημαντικά χαμηλότερες με 6,94 τόνους CO2 ανά κάτοικο. Εάν η Ελλάδα προχωρήσει σε νέες εξορύξεις υδρογονανθράκων, θα συνδράμει με ένα ακόμα λιθαράκι στο διεθνές ανθρωπογενές «οικοδόμημα» της κλιματικής αλλαγής. 

Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τα δεδομένα στην ενεργειακή αγορά 

Πέραν της περιβαλλοντικής διάστασης, η κλιματική αλλαγή δημιουργεί νέα δεδομένα στα οικονομικά των ορυκτών καυσίμων, με σημαντικές επιπτώσεις στις ενεργειακές επιλογές της χώρας μας. 

Λόγω των πολιτικών για τη μείωση των εκπομπών και την ενεργειακή μετάβαση σε φτηνότερες και πιο καθαρές μορφές ηλεκτροπαραγωγής, ένα μεγάλο ποσοστό των σημερινών και μελλοντικών κεφαλαιακών επενδύσεων σε εκμετάλλευση ορυκτών καυσίμων ενδέχεται να καταστεί ζημιογόνο και τελικά να εγκαταλειφθεί (stranded assets), σε ένα σενάριο συγκράτησης της ανόδου της θερμοκρασίας στους 2°C.   

Ειδικότερα, η ζήτηση για ορυκτά καύσιμα αναμένεται να πιάσει το μεγαλύτερο σημείο της τη δεκαετία του 2020 και στη συνέχεια να μειωθεί ραγδαία, κάνοντας ασύμφορες τις όποιες επενδύσεις, κυρίως για υδρογονάνθρακες, και αφήνοντας τους επενδυτές και φορολογουμένους εκτεθειμένους σε υψηλό ρίσκο και ζημίες. Αυτές υπολογίζονται σε πάνω από 2 τρισεκ. δολάρια, τόσο για κρατικές εταιρίες εξόρυξης όσο και για τις μεγάλες πολυεθνικές. 

Εν ολίγοις, η εξόρυξη υδρογονανθράκων ενέχει σημαντικό ρίσκο να δημιουργηθούν ζημιογόνες επενδύσεις τα επόμενα 15 χρόνια, συμπεριλαμβανόμενης της Ελλάδας. Για αυτό τον λόγο, η έρευνα για την εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων στη χώρα μας δεν έχει κανένα νόημα από οικονομικής πλευράς. 

Ας μην προχωρήσουμε λοιπόν σε επενδύσεις υψηλού ρίσκου και χαμηλής απόδοσης, με βαρύ τίμημα στο μέλλον της κοινωνίας μας αλλά και του πλανήτη. Αντ’ αυτού, ας επικεντρωθούμε σε πολιτικές προώθησης καθαρής ενέργειας, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η ενεργειακή μετάβαση που απαιτείται θα είναι δίκαιη και όχι βίαιη για τους εργαζόμενους και τις τοπικές οικονομίες. 


Μοιράσου το με φίλους
 

Σχόλια