Τα ορυκτά καύσιμα πονάνε. Ειδικά τις κοινωνίες των τόπων που υποφέρουν ή πρόκειται να υποφέρουν από την αφόρητη ρύπανση που προκαλούν. Ευρύτερα όμως και ολόκληρο τον πλανήτη, καθώς οι εκπομπές από την καύση τους είναι ο κύριος υπεύθυνος για μια από τις κορυφαίες και πιο απρόβλεπτα μαζικής καταστροφής παγκόσμιες απειλές: την κλιματική αλλαγή.

Αν η Κοζάνη και η Φλώρινα ζουν εδώ και δεκαετίες τη μαύρη μοίρα κάθε λιγνιτοφόρου περιοχής του πλανήτη, και υπομένουν τις αρρώστιες και τους θανάτους και τον κίνδυνο να βουλιάξει το χωριό τους, στα Γιάννενα και τα Ζαγοροχώρια τώρα ξυπνούν στον εφιάλτη της εξόρυξης πετρελαίου και την κόλαση της πιθανής εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου.

Κανείς δεν θα πίστευε εύκολα πριν μερικά χρόνια πως στις παγκόσμιας μοναδικότητας ομορφιές της Ηπείρου θα σκεφτόταν ο οποιοσδήποτε έλληνας πολιτικός να ανοίξει το καταστροφικό κεφάλαιο της εξόρυξης υδρογονανθράκων. Όπως είναι λογικό, και οι τοπικές κοινότητες πιάστηκαν στον ύπνο: οι σχετικές μελέτες και περιβαλλοντικές άδειες πέρασαν χωρίς οι περισσότεροι να τις πάρουν είδηση. Ξύπνησαν απότομα, βλέποντας τα φορτηγά και τις μπουλντόζες της εταιρείας να κόβουν δρόμο και δέντρα καθ’ οδόν προς τα σημεία των γεωτρήσεων.

Το σχέδιο εξόρυξης, όπως φαίνεται στην εγκεκριμένη από το υπουργείο στρατηγική μελέτη, αφορά ολόκληρη την Περιφέρεια Ηπείρου. Σε αυτήν δεν δίνεται καμία εικόνα των περιοχών όπου θα πραγματοποιηθούν οι πρώτες γεωτρήσεις. Δεν διευκρινίζεται καν εάν πρόκειται οι έρευνες να γίνουν και σε περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας, όπως οι 11 περιοχές Natura του νομού Ιωαννίνων.

Πριν από δυο μήνες, τον Σεπτέμβριο 2017, υπογράφηκε η υπουργική απόφαση μεταβίβασης στην ισπανική εταιρεία Repsol του 60% της Energean Oil & Gas στη σύμβαση μίσθωσης που υπογράφηκε μεταξύ της εταιρίας και της Petra Petroleum INC και του ελληνικού δημοσίου. Μερικές μέρες μετά, στα Ιωάννινα έφθασαν συνεργεία αποψίλωσης δασικών περιοχών όπου θα γίνουν σεισμικές έρευνες και θα εγκατασταθούν γεωτρύπανα. Οι Γιαννιώτες ξύπνησαν στο ξεκίνημα ενός εφιάλτη που δεν είχαν φανταστεί ότι πραγματικά πλησίαζε.

Όπως περιγράφει η στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων που συνέταξε το 2012 το εργαστήριο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου για λογαριασμό της Διεύθυνσης Πετρελαϊκής Πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, σε πρώτη φάση διενεργείται σεισμική έρευνα, η οποία εντοπίζει δομές του υπεδάφους στις οποίες μπορεί να υπάρχουν υδρογονάνθρακες. Για την πρόκληση σεισμικών κυμάτων συνήθως χρησιμοποιείται εκρηκτική ύλη. Οι ερευνητικές γεωτρήσεις «ακολουθούν τη σεισμική έρευνα. Για την όρυξη των γεωτρήσεων χρησιμοποιούνται γεωτρύπανα με μέγεθος και ισχύ που εξαρτώνται κυρίως από το αναμενόμενο βάθος συνάντησης των υδρογοναθράκων.» Εάν εντοπιστούν αποθέματα πετρελαίου ή φυσικού αερίου, τα οποία η εταιρεία θα κρίνει ως «αξιοποιήσιμα», τότε γίνονται πρόσθετες σεισμικές έρευνες και γεωτρήσεις, ώστε να ξεκινήσει η εξόρυξη του κοιτάσματος. Ρύπανση του νερού των περιοχών εξόρυξης, αέριες εκπομπές, και πιθανά ατυχήματα είναι μερικές από τις επιπτώσεις που αναφέρονται ακροθιγώς στη μελέτη. Χωρίς καμία άλλη κουβέντα, τη μελέτη αυτή την ενέκρινε το υπουργείο που είναι αρμόδιο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Η μελέτη, υποχρεωτικά με βάση τον νόμο, οφείλει να εξετάζει και το μηδενικό σενάριο, δηλαδή τη μη διενέργεια οποιασδήποτε γεώτρησης. Σε αυτό σενάριο, η ομάδα που συνέταξε τη μελέτη περιέργως δεν βλέπει περιβαλλοντικά οφέλη. Βλέπει όμως «επιπτώσεις στην τοπική και εθνική οικονομία και σε κοινωνικούς δείκτες, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως αρνητικές, καθώς η οικονομική κρίση και η ανεργία μπορεί να οδηγήσουν σε ψυχικές διαταραχές». Δεν είναι για γέλιο, αλλά για ανησυχία το γεγονός πως μια περιβαλλοντική μελέτη, την οποία το υπουργείο περιβάλλοντος εγκρίνει χωρίς περίσκεψη, καταλήγει σε κίτρινου τύπου διαπιστώσεις ότι κάθε είδους επένδυση είναι καλή και σωτήρια για την οικονομία και τη δημόσια ψυχική υγεία.

Εκτός από τους Γιαννιώτες, ας ετοιμάζονται και οι κάτοικοι της Άρτας και της Πρέβεζας: τον Μάρτιο του 2017 εγκρίθηκε η στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων για «πρόγραμμα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων» στους νομούς τους.

Ας ετοιμάζονται και οι κάτοικοι των Ιόνιων νησιών: η μελέτη που αφορά 11 θαλάσσιες περιοχές του Ιονίου εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι. Ενστάσεις στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στο Ιόνιο εξέφρασε ο Φορέας Διαχείρισης του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου τον Μάρτιο του 2017. Τα προς εξερεύνηση οικόπεδα περιλαμβάνουν προστατευόμενες περιοχές, όπως αυτή των προστατευόμενων νήσων Στροφάδων. Ο φορέας διαχείρισης επισήμανε σοβαρές ελλείψεις στη μελέτη και υπογράμμισε ότι το 50% περίπου της ωοτοκίας της χελώνας Carettacaretta στη Μεσόγειο (και 70%-80% στην Ελλάδα).

Εννοείται πως το όνειρο ότι οι υδρογονάνθρακες θα μεταμορφώσουν τα Ιωάννινα σε εμιράτα πολύ απέχει από την πραγματικότητα. Αν οι πετρελαιοφόρες έρημοι της Αραβικής Χερσονήσου δεν είχαν πριν δεκαετίες πολλά να χάσουν από την εξόρυξη της πιο βρόμικης πηγής ενέργειας, η Ελλάδα διακινδυνεύει μοναδικό πλούτο: νερό και υπόγειους υδροφορείς, καθαρές και ζωντανές θάλασσες, δάση, λιβάδια, καθαρό αέρα, μνημεία πολιτισμού.

Πάγια θέση του WWF είναι πως πρέπει άμεσα να σταματήσει οποιοσδήποτε σχεδιασμός για νέες εξορύξεις πετρελαίων. Ειδικά στη Μεσόγειο, θάλασσα με εξαιρετικής σημασίας οικολογική αξία, προτεραιότητα πρέπει να είναι η προστασία των οικοσυστημάτων και των φυσικών πόρων, και βέβαια της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ειδικά όσον αφορά τα πολυθρυλούμενα δημόσια έσοδα, κανένα οικονομικό όφελος δεν θα έπρεπε να είναι αρκετό ώστε ένας πολιτικός ηγέτης να θέσει σε κίνδυνο μια τόσο σημαντική περιοχή.

Οι αρχικοί ονειροπόλοι ισχυρισμοί για συνολικά 150 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος 30ετίας από όλες τις παραχωρήσεις, κάποια στιγμή προσγειώθηκαν στα περίπου 15-18 δισεκατομμύρια για τα τρία πιο «ώριμα» οικόπεδα.

Ειδικά η σύμβαση παραχώρησης χερσαίων περιοχών στα Ιωάννινα προβλέπει ετήσιο μίσθωμα «από το Μισθωτή στο Δηµόσιο, το οποίο «κατ’ επιλογή του τελευταίου δύναται να καταβάλλεται είτε σε χρήµα είτε σε είδος (εκ της παραγωγής)». Επίσης, με βάση τον ν. 4300/2014, οι σε χρήμα στρεμματικές αποζημιώσεις που δεσμεύεται η εταιρεία να καταβάλει στο ελληνικό δημόσιο κατά το στάδιο της έρευνας είναι 10 ευρώ ετησίως ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο της συμβατικής περιοχής και 15 ευρώ ετησίως ανά τ.χλμ στη δεύτερη φάση ερευνών. Για τη φάση της εκμετάλλευσης, δηλαδή της εξόρυξης των ρυπογόνων υδρογονανθράκων, το τίμημα θα ανέρχεται στα 200 ευρώ ανά τ.χλμ[1]. Στα Ιωάννινα, η συμβατική περιοχή είναι 4.200 τ.χλμ. 840.000 ευρώ δηλαδή το συνολικό μίσθωμα, το οποίο μπορεί να αποπληρωθεί σε ‘είδος’, αν αυτό επιλέξει η μισθώτρια εταιρεία. Πρόσθετα οικονομικό στοιχείο αποτελεί η δύσκολα προβλέψιμη φορολόγηση του εισοδήματος με 20% συν περιφερειακό φόρο 5%.

Η ενέργεια αποτελεί ζωτική ανάγκη και όχι είδος πολυτελείας για τις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτή η ανάγκη μπορεί κάλλιστα να ικανοποιηθεί με καθαρές τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, δίχως εκπομπές ρύπων και αερίων του θερμοκηπίου, δίχως κινδύνους για ατύχημα και θανάτους, δίχως ρύπανση. Η προσκόλληση στα ορυκτά καύσιμα είναι για όλους αρρώστια με μεγάλο περιβαλλοντικό κόστος.

 

 

Της Θεοδότας Νάντσου, επικεφαλής περιβαλλοντικής πολιτικής WWF Ελλάς.

 

 

[1] Για σύγκριση, μπορεί κανείς να δει την περίπτωση της Κροατίας: για όλη τη φάση της έρευνας, το μίσθωμα γης είναι 53,4 ευρώ ετησίως ανά τ.χλμ, ενώ για την εκμετάλλευση είναι 534 ευρώ ανά τ.χλμ ετησίως. Στην Αλγερία, κατά τη φάση της έρευνας το μίσθωμα γης κυμαίνεται από 30-60 ευρώ και από 118-236 ευρώ ετησίως κατά τη φάση εκμετάλλευσης. Στο Αζερμπαϊτζάν, το μίσθωμα για κάποιες συμφωνίες παραγωγής κυμαίνεται από 1.200 – 2.000$ ανά τ.χλμ. (Πηγή: Global oil and gas tax guide, 2015).



Μοιράσου το με φίλους
 

Σχόλια